σφραγίζω

σφραγίζω скреплять печатью; запечатывать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "σφραγίζω" в других словарях:

  • σφραγίζω — ρ. μετβ. ставить печать: σφραγίζω το πρόσφορο ставить печать на просфору …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • σφραγίζω — σφραγίζω, σφράγισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σφραγίζω — σφρᾱγίζω , σφραγίζω close pres subj act 1st sg σφρᾱγίζω , σφραγίζω close pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφραγίζω — ΝΜΑ, και ιων. τ. σφρηγίζω Α [σφραγίς, ίδος] 1. επιθέτω σφραγίδα, βάζω βούλλα (α. «το πιστοποιητικό σφραγίστηκε από την αρμόδια υπηρεσία» β. «τὸ βιβλίον τῆς κτήσεως τὸ ἐσφραγισμένον», ΠΔ) 2. κλείνω κάτι βάζοντας σφραγίδα ή σαν να βάζω σφραγίδα (α …   Dictionary of Greek

  • σφραγίζω — [ сфрагизо] р. прикладывать, ставить печать, запечатывать, опечатывать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σφραγίζω — σφράγισα, σφραγίστηκα, σφραγισμένος 1. βάζω πάνω σε κάτι τη σφραγίδα: Σφράγισε το γραμματόσημο. – Σφράγισαν τα κρέατα οι υγειονομικές αρχές. 2. κλείνω κάτι εντελώς: Σφράγισε το μπουκάλι. – Του σφράγισαν το στόμα. 3. μτφ., δίνω τέλος σε κάτι:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σφρήγιζε — σφραγίζω close pres imperat act 2nd sg (ionic) σφραγίζω close imperf ind act 3rd sg (ionic) σφρηγίζω close pres imperat act 2nd sg σφρηγίζω close imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφρηγίζετο — σφραγίζω close imperf ind mp 3rd sg (ionic) σφρηγίζω close imperf ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενσφραγίζω — (AM ἐνσφραγίζω, Α και ιων. τ. ἐνσφρηγίζω) [σφραγίζω] τυλίγω κάτι και το σφραγίζω αρχ. σφραγίζω, τοποθετώ έγκυρη σφραγίδα …   Dictionary of Greek

  • συσφραγίζω — Α [σφραγίζω] 1. σφραγίζω μαζί με κάποιον 2. μέσ. συσφραγίζομαι α) σφραγίζω και υπογράφω συγχρόνως β) επισυνάπτω …   Dictionary of Greek

  • σφράγισμα — το, ΝΑ [σφραγίζω] 1. το αποτέλεσμα τού σφραγίζω, το σήμα που αποτυπώνεται με την επίθεση σφραγίδας 2. (κατ επέκτ.) ερμητικό κλείσιμο νεοελλ. 1. η ενέργεια τού σφραγίζω, σφράγιση 2. ιατρ. α) απόφραξη οπής ή κοιλότητας τερηδονισμένου δοντιού με… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.